φωτοχυσία

φωτοχυσία
η иллюминация

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "φωτοχυσία" в других словарях:

  • φωτοχυσία — η, ΝΜΑ πλημμύρα φωτός, φωταψία. [ΕΤΥΜΟΛ. < φωτ(ο) * + χυσία (< χυτης < χέω)] …   Dictionary of Greek

  • φωτοχυσία — η η πλημμύρα φωτός, η φωταγώγηση, η φωταψία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • έξαψη — η (AM ἔξαψις) [εξάπτω] 1. θέρμανση, καύση («τυρὸς σιτίων ἔξαψιν ποιήσει», Ιπποκρ.) 2. ένταση, διέγερση, αγανάκτηση («έξαψη τών παθών») νεοελλ. ιατρ. αίσθημα θερμότητας στο πρόσωπο που έρχεται απότομα και παροδικά και συνοδεύεται από ερυθρότητα… …   Dictionary of Greek

  • περιαύγαση — η [περιαυγάζω] 1. η φωταγώγηση ολόγυρα, φωτοχυσία 2. η περιβολή κάποιου με δόξα και φήμη 3. το φαινόμενο τής οπτικής κατά το οποίο μία επιφάνεια που δέχεται ισχυρό φωτισμό φαίνεται μεγαλύτερη από όση είναι στην πραγματικότητα …   Dictionary of Greek

  • φωτ(ο)- — α συνθετικό λ. όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, το οποίο ανάγεται στο ουσ. φῶς, φωτός και δηλώνει ότι το σύνθ. έχει σχέση με το φως ή αναφέρεται σ αυτό. Το α συνθετικό φωτ(ο) γνώρισε μεγάλη επίδοση στη Νέα Ελληνική, όπου χρησιμοποιήθηκε για τον… …   Dictionary of Greek

  • φωταγωγία — η, ΝΜΑ [φωταγωγός] πλούσιος φωτισμός, φωταγώγηση, φωτοχυσία (μσν. αρχ.) διαφώτιση τής ψυχής και τού πνεύματος αρχ. (για αστέρα) καθοδήγηση με εκπομπή φωτός …   Dictionary of Greek

  • φωταψία — η, ΝΜ άπλετος φωτισμός, φωταγώγηση, φωτοχυσία. [ΕΤΥΜΟΛ. < φωτ(ο) * + αψία (< άπτης < ἅπτω «αγγίζω, ανάβω»), πρβλ. λυχν αψία, χειρ αψία] …   Dictionary of Greek

  • φωτοβλυσία — ἡ, Μ φωτοχυσία. [ΕΤΥΜΟΛ. < φωτ(ο) * + βλυσία (< βλύσις < βλύζω «αναπηδώ, αναβλύζω»)] …   Dictionary of Greek

  • Κάφι, Ιπόλιτο — (IppolitoCaffi, Μπελούνο 1809 – Λίσα 1866). Ιταλός ζωγράφος. Καθιερώθηκε σε σύντομο διάστημα μετά την αποφοίτησή του από την Ακαδημία της Βενετίας. Το 1843 πραγματοποίησε ένα μεγάλο ταξίδι στην Ανατολή και μετά εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Στα έργα… …   Dictionary of Greek

  • Μπουντέν, Εζέν — (Eugene Boudin, 1824 – 1898). Γάλλος ζωγράφος. Σπούδασε ζωγραφική στο Παρίσι (1850 53). Ταυτόχρονα, κατά διαστήματα ταξίδευε στο Βέλγιο και την Ολλανδία όπου τον γοήτευαν τα τοπία τους, που έγιναν τελικά τα κυρίαρχα θέματα στους πίνακές του. Με… …   Dictionary of Greek

  • Μπρίγκελ — (Bruegel ή Brueghel). Οικογένεια Φλαμανδών ζωγράφων και χαρακτών (16ος 17ος αι.), κυριότεροι από τους οποίους είναι οι εξής: 1. Αμπραάμ ο Ναπολιτάνος (Abraham Β., Αμβέρσα 1631 Νάπολη, Ιταλία 1690). Ικανότατος ζωγράφος λουλουδιών και καρπών, ένας… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»